Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Αναγεννησιακή Γλυπτική

Η Γλυπτική υπήρξε, και στην περίοδο της Αναγέννησης μία τέχνη της πρωτοπορίας, που συχνά άνοιξε το δρόμο στη ζωγραφική και σε άλλες μορφές τέχνης. Μεταξύ των φλωρεντινών σκαπανέων της Αναγέννησης τουλάχιστον δύο υπήρξαν γλύπτες (ο Φιλίππο Μπρουνελέσκι και ο Ντονατέλο) και οι καλλιτεχνικές τους κατακτήσεις υπήρξαν μία διαρκής πηγή έμπνευσης για τις επόμενες γενιές.
Με το ταξίδι του Ντονατέλο στην Πάντοβα (1443-1453) οι αναγεννησιακές κατακτήσεις στη γλυπτική άρχισαν να διαχέονται και στην βόρεια Ιταλία.
Περί τα μέσα του XV αιώνα η Ρώμη, πόλος έλξης για τα κλασικά της ερείπια και για το εκτεταμένο πρόγραμμα ανακαίνισης και ανοικοδόμησης των μνημείων της πόλης που προωθείται από τους πάπες, γίνεται το κύριο σημείο συνάντησης και ανταλλαγής των καλλιτεχνικών εμπειριών, που είχαν συσσωρευθεί τις πρώτες δεκαετίες του XVI αιώνα.

Θεωρητικά στοιχεία

Κατά το μεσαίωνα η γλυπτική και η ζωγραφική θεωρούνταν απλές ¨μηχανικές τέχνες¨που υπηρετούσαν την αρχιτεκτονική. Κανένας γλύπτης, εκτός εξαιρέσεων, δεν υπέγραφε ή σφράγιζε τα έργα του. Οι γλύπτες ήταν τεχνίτες και όχι καλλιτέχνες.
Με τον ουμανισμό άρχισε να διαμορφώνεται μία αντίληψη για τον καλλιτέχνη , σαν μορφή διανοούμενου, που δεν ασκεί μία τέχνη αποκλειστικά ¨μηχανική" αλλά μία "ελευθέρια τέχνη¨ που στηριζόταν στα μαθηματικά, τη γεωμετρία, την ιστορική γνώση, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία.
Ενώ κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα η γλυπτική περιορίστηκε στα θρησκευτικά θέματα, η περίοδος της Αναγέννησης παρουσίασε μια ανανέωση των θεμάτων και σε αυτή την τέχνη. Κύριος στόχος είναι πλέον ο ρεαλισμός και η πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας. Τα ανάγλυφα υιοθετούν τα θέματα της ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας.
Η γλυπτική της Αναγέννησης απελευθερώνεται από την αρχιτεκτονική με την οποία ήταν παλαιότερα άρρηκτα συνδεδεμένη και αποκτά την αυτοτέλεια που είχε επιτύχει στην αρχαιότητα. Τα γλυπτά έργα της εποχής δεν εξυπηρετούν αποκλειστικά διακοσμητικούς σκοπούς στην αρχιτεκτονική, αλλά αποκτούν τα ίδια καλλιτεχνική οντότητα,
Μια ακόμη συσχέτιση με την αρχαιότητα καταδείχνει το γεγονός ότι ο γλύπτης καταπιάνεται και πάλι με το γυμνό ανθρώπινο σώμα. Προσπαθεί να καταλάβει τη δομή του, το μηχανισμό της κίνησης, την εκφραστική του ιδιοτυπία. Οι αναπαραστάσεις του γυμνού ανθρώπινου σώματος δεν αποτελούν πλέον ταμπού όπως γινόταν στο Μεσαίωνα.
Γενικότερα στην Αναγέννηση αρχίζει να κυριαρχεί το Μνημείο που ουσιαστικά είναι άγνωστο στο Μεσαίωνα, και αποκτά ιδιαίτερη σημασία το ταφικό μνημείο, το οποίο διαιωνίζει τη δόξα του νεκρού.
Ταυτόχρονα επανέρχεται στο προσκήνιο η προτομή, που είχε απασχολήσει περιοδικά την αρχαιότητα.
Για τα γλυπτά χρησιμοποιείται ο μπρούντζος κυρίως, και το υλικό αυτό συντείνει ακόμη περισσότερο στην απελευθέρωση της γλυπτικής από την αρχιτεκτονική.

Ένα από τα πρώτα γυμνά και περίοπτα έργα της Αναγέννησης, που δείχνει το πνεύμα και το χαρακτήρα της αναγεννησιακής γλυπτικής σε σχέση με τα πρότυπα της αρχαιότητας είναι ο μπρούντζινος Δαυίδ του Ντονατέλο (Donatello, 1386-1466) (Φλωρεντία, Museo Nazionale del Bargello, 1430).Σ΄ αυτό το κλασικίζον γυμνό άγαλμα του νεαρότατου Δαυίδ, νικητή του Γολιάθ, οι Φλωρεντινοί αναγνώριζαν ένα σύμβολο ελευθερίας και δημοκρατικής αρετής










Τα αγάλματα αποδίδονται , τις περισσότερες φορές με πραγματικές ανθρώπινες αναλογίες ή και με μεγαλύτερα μεγέθη όπως το περίφημο έργο Δαυίδ του Μιχαήλ ΄Αγγελου (Μichelangelo Buonarroti, 1475-1564) (Φλωρεντία, Galleria dell΄Accademia, 1504).









Οι καλλιτέχνες προσπαθούν να μιμηθούν τα αρχαία πρότυπα, κυρίως σε ότι αφορά την αναπαράσταση της κίνησης.




Υπόδειγμα αναλογιών του ανθρώπινου σώματος αποτελει ο "Δορυφόρος" του μεγάλου γλύπτη Πολύκλειτου (΄Αργος, 5ος π.Χ. αιώνας) , έργο που ίδιος είχε ονομάσει "Κανόνα" .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου